αποκηρύσσω


αποκηρύσσω
αποκηρύσσω, αποκήρυξα βλ. πίν. 27

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αποκηρύσσω — και αποκηρύχνω ξα, χτηκα, γμένος, απαρνιέμαι, αποκληρώνω: Οι εκλογείς απειλούν ότι θα αποκηρύξουν τους βουλευτές της περιφέρειάς τους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αποκηρύσσω — (AM ἀποκηρύσσω, Α κ. ττω) 1. απαρνούμαι, αποδοκιμάζω δημόσια 2. αρνούμαι την πατρότητα τέκνου, αποκληρώνω 3. εκκλ. αποκόπτω κάποιον από τη χριστιανική κοινότητα, τον αφορίζω νεοελλ. απαρνούμαι όσα δεχόμουν προηγουμένως αρχ. 1. γνωστοποιώ δημόσια… …   Dictionary of Greek

  • ἀποκηρύξουσι — ἀποκηρύσσω offer aor subj act 3rd pl (epic) ἀποκηρύσσω offer fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀποκηρύσσω offer fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἀ̱ποκηρύξουσι , ἀποκηρύσσω offer futperf ind act masc/neut dat …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκηρύξουσιν — ἀποκηρύσσω offer aor subj act 3rd pl (epic) ἀποκηρύσσω offer fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀποκηρύσσω offer fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἀ̱ποκηρύξουσιν , ἀποκηρύσσω offer futperf ind act masc/neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκηρύξομεν — ἀποκηρύσσω offer aor subj act 1st pl (epic) ἀποκηρύσσω offer fut ind act 1st pl ἀ̱ποκηρύξομεν , ἀποκηρύσσω offer futperf ind act 1st pl (doric aeolic) ἀποκηρύ̱ξομεν , ἀποκηρύσσω offer aor subj act 1st pl (epic) ἀποκηρύ̱ξομεν , ἀποκηρύσσω offer… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκηρυξάντων — ἀποκηρύσσω offer aor part act masc/neut gen pl ἀποκηρύσσω offer aor imperat act 3rd pl ἀποκηρῡξάντων , ἀποκηρύσσω offer aor part act masc/neut gen pl ἀποκηρῡξάντων , ἀποκηρύσσω offer aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκηρυττομένων — ἀποκηρύσσω offer pres part mp fem gen pl (attic) ἀποκηρύσσω offer pres part mp masc/neut gen pl (attic) ἀποκηρῡττομένων , ἀποκηρύσσω offer pres part mp fem gen pl (attic) ἀποκηρῡττομένων , ἀποκηρύσσω offer pres part mp masc/neut gen pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκηρυττόμενον — ἀποκηρύσσω offer pres part mp masc acc sg (attic) ἀποκηρύσσω offer pres part mp neut nom/voc/acc sg (attic) ἀποκηρῡττόμενον , ἀποκηρύσσω offer pres part mp masc acc sg (attic) ἀποκηρῡττόμενον , ἀποκηρύσσω offer pres part mp neut nom/voc/acc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκηρυττόντων — ἀποκηρύσσω offer pres part act masc/neut gen pl (attic) ἀποκηρύσσω offer pres imperat act 3rd pl (attic) ἀποκηρῡττόντων , ἀποκηρύσσω offer pres part act masc/neut gen pl (attic) ἀποκηρῡττόντων , ἀποκηρύσσω offer pres imperat act 3rd pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκηρυχθέντα — ἀποκηρύσσω offer aor part pass neut nom/voc/acc pl ἀποκηρύσσω offer aor part pass masc acc sg ἀποκηρῡχθέντα , ἀποκηρύσσω offer aor part pass neut nom/voc/acc pl ἀποκηρῡχθέντα , ἀποκηρύσσω offer aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)